- ελαφοκτόνος
- -ο (AM ἐλαφοκτόνος, -ον)αυτός που σκοτώνει ελάφια (επίθ. τής Αρτέμιδος).
Dictionary of Greek. 2013.
Dictionary of Greek. 2013.
ἐλαφοκτόνος — deer killing masc/fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐλαφοκτόνου — ἐλαφοκτόνος deer killing masc/fem/neut gen sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
-κτόνος — (AM κτόνος) β συνθετικό λ. τής Ελληνικής που ανάγεται στο ρ. κτείνω και που δηλώνει τον φονέα αυτού που σημαίνει το α συνθετικό (πρβλ. αδελφοκτόνος, πατροκτόνος). Σπανίως απαντά ως προπαροξύτονο με παθ. σημ. (ταυρόκτονος «αυτός που σκοτώθηκε από… … Dictionary of Greek
ελάφι — Αρτιοδάκτυλο μηρυκαστικό της οικογένειας των ελαφιδών, η οποία υποδιαιρείται σε τέσσερις υποοικογένειες: μοσχίνες, μουντιακίνες, οδοντοκοιλίνες και ελαφίνες. Η τελευταία περιλαμβάνει τα πραγματικά και χαρακτηριστικά ελάφια και τη δάμα. Τα ε.… … Dictionary of Greek
Κούπερ, Τζέιμς Φένιμορ — (James Fenimore Cooper, Μπάρλινγκτον, Νιου Τζέρσεϊ 1789 – Κούπερσταουν, Νέα Υόρκη 1851). Αμερικανός συγγραφέας. Γιος μεγαλοκτηματία αποίκου των δυτικών περιοχών, ο Κ. μεγάλωσε σε επαφή με την παρθένα φύση που τη μεταμόρφωσαν οι πρωτοπόροι και με… … Dictionary of Greek
ԵՂՋԵՐՈՒԱՀԱՐ — (ի, աց.) NBH 1 0657 Chronological Sequence: 6c ա. ἑλαφηβόλος, ἑλαφοκτόνος qui cervos jaculis figit, venator cervorum Հարկանօղ կամ որսօղ եղջերուաց. եղնիկ զարնօղ. *Յաղագս եղջերուահարացն՝ ովրիոն (հայկայ) եւ աքտիոնի: Զարտեմիս (որ եւ անահիտ) ասեն… … հայերեն բառարան (Armenian dictionary)